Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Η Κίνα για την Ελλάδα


Η Κίνα για την Ελλάδα
Γράφει ο Κώστας Βεργόπουλος
Από την Κίνα, την «αυτοκρατορία του κέντρου του κόσμου», πηγάζει κάθε προσδοκία: είτε για έναν πιο ισορροπημένο κόσμο είτε για έναν ακόμη πιο ανισόρροπο και αδιέξοδο από το σημερινό. Υπάρχουν όλα τα στοιχεία για να τεκμηριώσουν τόσο τη μια όσο και την άλλη.

Στην Ιστορία, οι δυτικές οικονομικές αυτοκρατορίες υπήρξαν πρώτα από όλα χρηματοπιστωτικές και επάνω σε αυτό το χαρακτηριστικό θεμελίωσαν την παγκόσμια ισχύ τους. Σήμερα η Κίνα, εάν εμπνέει δέος, αυτό δεν οφείλεται μόνο στην εμπορική όσο κυρίως στη χρηματοπιστωτική ισχύ της. Βέβαια, η δεύτερη απορρέει από την πρώτη, όμως περισσότερη διεθνή αμηχανία προξενεί η δεύτερη απ’ ό,τι η πρώτη.
Στο γερμανικό 13ο αιώνα, ο εκφυλισμός της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν τόσο μεγάλος, ώστε στην Ιερά Συνοδο ο προϊστάμενος διεπίστωνε ότι «μόνον ο Διάβολος αυτοπροσώπως θα μπορούσε να σώσει την Εκκλησία του καλού Θεού». Χρειάστηκε ο Χένρι Κίσινγκερ για παρόμοια διατύπωση στην εποχή μας: «Ο καπιταλισμός έφτασε σε τόση παρακμή και αδιέξοδο, ώστε μόνον ο κομμουνισμός μπορούσε να τον διασώσει».
Εξ ου και η ένταξη της κομμουνιστικής Κίνας στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Ομως το ανάλογο ισχύει και από την αντίθετη πλευρά: ο κομμουνισμός είχε επίσης βρεθεί σε τέτοιο αδιέξοδο, ώστε μόνον ο καπιταλισμός μπορούσε να τον διασώσει. Το ποιος από τους δύο κερδίζει από την αλληλοδιάσωση δεν είναι σαφές, αλλά δεν είναι σαφές ούτε και αν η αλληλοδιάσωση είναι γεγονός ή μήπως δεν είναι παρά μια κοινή αυταπάτη αμφοτέρων των πλευρών.
Στην παρούσα ιστορική στιγμή, η Κίνα «σώζει» την Αμερική, αλλά με τίμημα τις αφόρητες πιέσεις για «χρηστή» διαχείριση στο εσωτερικό της: μείωση δημόσιων ελλειμμάτων, συρρίκνωση κοινωνικών δαπανών, επιδομάτων ανεργίας, συστήματος υγείας. Σε κάθε περίπτωση, οι κινεζικές πιέσεις στον πρόεδρο Ομπάμα ευθυγραμμίζονται με εκείνες των Ρεπουμπλικανών, που αποδίδουν απόλυτη προτεραιότητα στην «εξυγίανση», ως προϋπόθεση για την ανάπτυξη.
Ομως, το ανάλογο πράττει η χώρα της Ανατολής και στην Ευρώπη: ενώ επαγγέλλεται πακτωλούς επενδύσεων και μαζικές αγορές κρατικών ομολόγων Ελλάδος, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ιταλίας, παραμένει πολύ επιφυλακτικότερη στην πράξη, αναμένοντας την ολοκλήρωση «διαρθρωτικών» μεταρρυθμίσεων, δηλαδή την πλήρη και ανεπιφύλακτη φιλελευθεροποίηση των αντίστοιχων οικονομιών.
Στην πραγματικότητα, η Κίνα δεν είναι Αϊ-Βασίλης, δεν δωρίζει, δεν προσφέρει τίποτα και σε κανέναν χωρίς αντάλλαγμα που να εγγράφεται στη δική της προοπτική και στρατηγική.
Για την Ελλάδα, τα κινεζικά αισθήματα ενεργοποιήθηκαν ιδίως από τη στιγμή που η χώρα μας βρέθηκε στο σημερινό καθεστώς ανάγκης, όπως άλλωστε αυτό συνέβη και με τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας.
Η κατάσταση ανάγκης αποτελεί πάντα τη χρυσή ευκαιρία για την επιβολή όρων, ακόμη και σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό σύστημα που ενδιαφέρεται για τη διάσωσή του. Γι’ αυτό οι Κινέζοι αναπαράγουν για τη χώρα μας τις προϋποθέσεις που είναι αρεστές στους Ευρωπαίους εταίρους μας: αξιώνουν και αυτοί την έγγραφη δέσμευση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ παράλληλα διατυπώνουν επιφυλάξεις για την αμφισβήτηση των «συμπεφωνημένων» από πλευράς των απεργιακών και κοινωνικών κινημάτων.
Το αποκορύφωμα των κινεζικών επιφυλάξεων έρχεται με το «κόλλημα» στην ιδέα ότι το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα συνεπάγεται πολύ υψηλό και μη ανταγωνιστικό κόστος για τις ενδεχόμενες κινεζικές επενδύσεις.
Στην παρατήρηση ότι το ελληνικό εργασιακό κόστος παραμένει το χαμηλότερο στην Ευρώπη -είτε ως άμεσο μισθολογικό κόστος είτε ως κόστος κοινωνικών εισφορών, η κινεζική διεισδυτικότητα έχει μάθει να επαναφέρει το ζήτημα της παραγωγικότητας της εργασίας, που στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη απ’ ό,τι στη Γερμανία.
Τελικά, το μόνο που σαστίζει και προβληματίζει, στο μέτρο που τους θυμίζει κάτι από τη δική τους Ιστορία, είναι ότι η σύγκριση της παραγωγικότητας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας έχει πολύ περιορισμένη σημασία, δεδομένου ότι οι δύο αυτές ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι άμεσα ανταγωνίστριες σχεδόν σε κανένα πεδίο, καθ’ όσον η κάθε μια από αυτές ειδικεύεται σε τελείως άσχετα μεταξύ τους πεδία.
Το κόστος των υπηρεσιών στον τουρισμό, στη ναυτιλία, στις μεταφορές, στις ανεμογεννήτριες, στην ηλιακή ενέργεια δεν μπορεί να συγκρίνεται με το κόστος της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής. Ακόμη μια φορά, η γεωγραφική και η γεωπολιτική θέση μπορεί να διασφαλίζουν στη χώρα μας την επιβίωση, αλλά ταυτόχρονα και την καταδίκη της, εναντίον Θεών και Δαιμόνων.